Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2010

Δος μοι πα στω και ταν γαν κινάσω



Δος μοι πα στω και ταν γαν κινάσω

Πριν ολοκληρώσει διακόσια χρόνια ζωής το ελληνικό σκάφος φαίνεται πως για μια ακόμη φορά έχει εξοκείλει. Δεν είναι η πρώτη και μπορεί κανείς να πει σχεδόν με βεβαιότητα πως δεν θα είναι η τελευταία φορά. Δυστυχώς η Ελλάδα πληρώνει τη χρόνια έλλειψη ενός βασικού συστατικού των εθνικών κρατών, την πίστη στην ιδιότητα του πολίτη ενός κράτους. Στη δυτική Ευρώπη το εθνικό κράτος επεκτάθηκε μέχρι τα όρια στα οποία κάθε κεντρική εξουσία μπόρεσε να εφαρμόσει την πολιτική της, στα όρια που οι πληθυσμοί δέχθηκαν την επιβολή αυτή, με όρους και ανταλλάγματα, και έγιναν συνειδητοί πολίτες. Εντός των ορίων αυτών σφυρηλατήθηκαν τα σύγχρονα έθνη. Ο νεοελληνικός εθνικισμός συνελήφθη μεν στη δύση, αλλά οι σπόροι του φυτεύτηκαν σε άγονο έδαφος. Οι κοινότητες των Ελλήνων, μέσα σε μια ισλαμική αυτοκρατορία που κατέρρεε, επειδή ακριβώς δεν μπορούσε να εξελιχθεί σε σύγχρονο κράτος, είχαν ως προτεραιότητα την υπεράσπιση των οικογενειακών συμφερόντων και έστεκαν απαθείς απέναντι στα τεκταινόμενα εκτός του κύκλου αυτού. Η χάραξη κρατικών ορίων από τη διεθνή διπλωματία τo 1830 δεν ανέτρεψε τις προτεραιότητες αυτές. Ο καρπός που φύτρωσε, το νέο ελληνικό κράτος, διαμορφώθηκε με γνώμονα τις παραδοσιακές στρατηγικές επιβίωσης των οικογενειών, δηλαδή από την ιδιοτελή προάσπιση των συμφερόντων τους μέσα από πελατειακές σχέσεις. Αυτό δεν σήμαινε και δεν σημαίνει πως οι Έλληνες δεν μπορούν να αντιληφθούν την έννοια του γενικότερου συμφέροντος, να αγωνιστούν ή και να πεθάνουν για μεγάλες ιδέες. Μόνον που αυτό, όποτε συμβαίνει, γίνεται ως προβολή των οικογενειακών ηθικών και θρησκευτικών αξιών --τα λεγόμενα «ιδεώδη του έθνους»-- και όχι ως αναγνώριση της αξίας του κράτους αυτής καθεαυτής. Κι αυτή η ελληνική ανεξαρτησία έγινε εξαρχής αντιληπτή ως δικαίωση της υπέρτατης οικογενειακής και κοινοτικής αρετής, της τιμής των παλικαριών, και όχι των θεσμών. Ασχέτως αν οι θεσμοί αυτοί εξυπηρετούσαν ένα οθωμανικό ή ένα ελληνικό δημόσιο, αποτελούσαν και αποτελούν ένα χώρο αδιάφορο και αλλότριο, αν δεν επηρεάζει άμεσα τα οικογενειακά, κοινοτικά ή μικροσυντεχνιακά συμφέροντά μας. Όπως φάνηκε, λοιπόν, στην πορεία 180 χρόνων, η παραδοχή της αξίας των θεσμών δεν προέκυψε ακόμη ως αποτέλεσμα του κράτους. Θα ανέμενε κανείς να είχε προηγηθεί της κρατικής αποκρυστάλλωσης, να είναι βιωμένη εκ των προτέρων. Η αντιστροφή της πορείας αυτής, δηλαδή ένα έτοιμο κράτος, όπου η κεντρική εξουσία επιχείρησε να επιβάλει εκ των υστέρων το νόμο σε απρόθυμους πληθυσμούς, έφερε πικρούς και δύσπεπτους καρπούς

Η παραπάνω αναδρομή κρίθηκε απαραίτητη, προκειμένου να δοθεί μια σύντομη ερμηνεία για τη διαμόρφωση της ελληνικής ιδιαιτερότητας ιστορικά –που δεν αποτελεί άλλωστε μοναδική περίπτωση--, να εξηγηθεί το είδος και οι μορφές της αντίδρασης στην τρέχουσα κρίση και να τεθούν τα όρια και το πλαίσιο των διορθωτικών κινήσεων που μπορούν να επιχειρηθούν σήμερα σε σχέση με βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες. Η παρουσίαση όμως της τρέχουσας ελληνικής κοινωνικής και οικονομικής συγκυρίας, μετά την αναδρομή, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Οι παρατηρητές ταυτόχρονα μετέχουν στην κρίση είτε ως θύτες είτε ως θύματα και εξ ορισμού είναι μη αντικειμενικοί. Επιπλέον, οι προσλαμβάνουσες παραστάσεις που έχουμε όλοι μας είναι διαμεσολαβημένες από τα ΜΜΕ. Η χάλκευση των ειδήσεων, η προβολή ακροτήτων και αντιφάσεων άλλοτε πανικοβάλλει και άλλοτε οργίζει ή αηδιάζει τον πολίτη, αλλά σε κάθε περίπτωση τον εμποδίζει να κατανοήσει και να επιλέξει συνετά. Αν έλλειπε το παραμορφωτικό αυτό φίλτρο, τότε εύκολα θα γινόταν αντιληπτό πως τα προβλήματα που μας απασχολούν είναι προβλήματα κοινής λογικής. Ας τα δούμε διαδοχικά.

Το ζήτημα της πολιτικής ευθύνης είναι το πιο προφανές. Την τελευταία τριακονταετία, επιτελέστηκε ένα συγκεκριμένο οικονομικό έγκλημα, η υπερχρέωση του ελληνικού κράτους. Οι ταγοί απέτυχαν να δώσουν στη χώρα ένα εναλλακτικό όραμα και ενέδωσαν στις πιέσεις μιας κοινωνίας που, ούτως ή άλλως, ενδιαφερόταν πρωτίστως για τα μικρά της συμφέροντα και ανέκαθεν θεωρούσε τους φόρους οθωμανικό κατάλοιπο. Μάλιστα, η ικανοποίηση των συμφερόντων αυτών αναγορεύτηκε σε πολιτική ιδεολογία, την αποκατάσταση των μη-προνομιούχων, που εύκολα συνεπήρε τα πλήθη, προνομιούχων και μη. Το γεγονός ότι όντως κλεπταποδόχος ήταν μεγάλο μέρος των Ελλήνων δεν αίρει την κολοσσιαία ευθύνη των εκλεγμένων διαχειριστών, των πολιτικών ιθυνόντων, για τη διάπραξη και την απόκρυψη του εγκλήματος μέσω του εκμαυλισμού του εκλογικού σώματος, της καταστρατήγησης των θεσμών και της συνεργασίας του Τύπου. Δεν μας ενδιαφέρει η παραπλανητική συζήτηση για τον επιμερισμό ευθυνών. Δεν μας ενδιαφέρουν οι λεπτομέρειες του ειδεχθούς εγκλήματος. Η γραφιστική απεικόνιση των αναλυτικών μεγεθών των προϋπολογισμών της περιόδου, συμπληρωμένη με τις ανελλιπείς υπερβάσεις τους, απεικόνιση που αποφεύγεται σκοπίμως και επιμελώς, θα εξηγούσε επαρκώς τα θέματα αυτά, αλλά και μόνον η αύξηση του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ είναι αποκαλυπτική.

Χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ

Οι επιτροπές της Βουλής και η Δικαιοσύνη ίσως φωτίσουν και άλλες αθέατες πτυχές. Όμως, σε κάθε περίπτωση, το κατ’ εξακολούθηση έγκλημα της απιστίας έχει τελεστεί και οι αυτουργοί – και συνεργοί – είναι δεδομένοι. Η συζήτηση περί κατανομής και διάχυσης των πολιτικών ευθυνών απλώς παρατείνει την ατιμωρησία τους. Πράγματι το ελληνικό ψάρι βρωμάει ταυτόχρονα από το κεφάλι ως την ουρά, αλλά η ανάρρωση της ουράς δεν μπορεί να επιτευχθεί όσο νοσεί το κεφάλι.

Το δεύτερο και συναφές ζήτημα είναι η φύση της τιμωρίας. Είναι προφανές από τον τρόπο που διεξάγεται ότι η συζήτηση για την κατανομή των ευθυνών υποκρύπτει την πρόθεση των κομμάτων να χρησιμοποιήσουν την κρίση το ένα εναντίον του άλλου. Η τελική επικράτηση στο παιγνίδι αυτό απαιτεί θυσίες αναλώσιμων προσώπων και μπλόφες που δραματοποιούν και παρατείνουν το παιγνίδι, έως ότου, μέσα από τις πολλαπλές βαριάντες όλοι οι θεατές ξεχάσουν πως η παρτίδα παίζεται στην πλάτη τους, επ’ ωφελεία μόνων των παικτών. Η τιμωρία των ασύδοτων παικτών είναι να διακοπεί η παρτίδα, να απομακρυνθούν οι παίκτες και να αλλάξουν οι κανόνες. Επειδή για μεγάλο μέρος του πληθυσμού η χρεοκοπία, από τη στιγμή που μειώνει την ποιότητα ζωής κάθε οικογένειας, εκλαμβάνεται ως έγκλημα τιμής –μια συλλογική προσβολή στο έθνος-- ζητούνται άμεσες διαπομπεύσεις, φυλακίσεις και δημεύσεις. Δεν αντιλαμβάνεται όμως ο ατιμωμένος Έλληνας πως έτσι αφενός κλονίζει το θεσμικό πλαίσιο του δημοκρατικού πολιτεύματος αφετέρου παρατείνει την ατιμωρησία ή περιορίζει τον κύκλο των ενόχων μόνο σε όσους έχουν διαπράξει ποινικά αδικήματα. Αρκετοί πολιτικοί θα έπρεπε να έχουν φυλακιστεί, λιγότερων θα αποδειχθεί δικαστικά η ενοχή, ελαχίστων τα εγκλήματα δεν θα έχουν παραγραφεί. Κι όμως μπορούν να τιμωρηθούν πολύ περισσότεροι, επιστρέφοντας στα σπίτια τους με τη δική μας ψήφο, που θα δώσει στα κόμματα τόσο χαμηλό ποσοστό, ώστε να μην μπορούν να εισέλθουν πλέον στο κοινοβούλιο. Αρκεί να μας δώσουν –το απαιτούμε-- έναν κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων των βουλευτών της μεταπολίτευσης προ και μετά την είσοδό τους στην πολιτική, για να διασωθούν όσοι σήμερα διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους πως είναι αθώοι. Η μη εκλογή των ανυπόληπτων είναι η άμεση και ενδεδειγμένη τιμωρία τους, μέσω των θεσμών, έως ότου οι επιτροπές και οι εισαγγελείς βρουν άκρη. Οι φθινοπωρινές εκλογές πλησιάζουν. Θα μπορούσαν να είναι μια γενική πρόβα. Αν ψηφίσουμε ξανά με βάση κομματικά ή επικοινωνιακά κριτήρια, θα είμαστε πραγματικά άξιοι της μοίρας και των αδιεξόδων μας. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ο πρεσβύτερος φέρεται να είπε: «Τους πολιτικούς δεν τους στέλνεις στη φυλακή, τους στέλνεις στο σπίτι τους». Λάθος, όταν φταίνε διαπιστωμένα, τους στέλνεις πρώτα στο σπίτι τους και μετά στη φυλακή.

Η τιμωρία, όμως, πρέπει να συνοδεύεται από προληπτικά μέτρα καταστατικού χαρακτήρα. Πώς είναι δυνατόν να πιστεύει κανείς ότι η θωράκιση των πολιτικών θεσμών μπορεί να γίνει από τα ίδια κόμματα και από τους ίδιους ανθρώπους που επένδυσαν τόσο κόπο και επιμέλεια για να προσαρμόσουν το σύστημα στα μέτρα τους; Ποιος είναι τόσο αφελής; Ακόμη και οι αφελείς μπορούν να δουν πως η πρωταρχική μέριμνα του πολιτικού κόσμου σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή είναι να προασπίσει τη δική του μεγάλη οικογένεια, να εξασφαλίσει τα δικά του εισοδήματα και προνόμια, τους συγγενείς και πελάτες του, σε θέσεις ασφαλείς και καλοπληρωμένες. Υπέρτατος σκοπός τους η διάσωση των νοσηρών δομών, του διπολισμού και των προσώπων μέσα από «συμψηφισμούς» και από μια αέναη «κολοκυθιά» ευθυνών, υπό τη φενάκη ενός συντάγματος προσαρμοσμένου στα μέτρα τους και της επιλεκτικής επίκλησής του. Αν τα πολιτικά μας κόμματα είναι ανίκανα ή δεν θέλουν να αντιληφθούν τα αίτια που οδηγούν στην κατάρρευση του πολιτικού συστήματος, είναι ανίκανα και να το διασώσουν. Οι Έλληνες που αγωνιούν και διαμαρτύρονται δεν είναι εναντίον των συνταγματικών θεσμών∙ είναι η μόνη τους προστασία. Ενδιαφέρονται όμως ζωηρά για την αναθεώρησή τους, στο βαθμό που έχουν μετατραπεί σε ασπίδα της πολιτικής αυθαιρεσίας και ατιμωρησίας. Αφού οι νοοτροπίες είναι τόσο βαθιά ριζωμένες είναι προφανές, μετά από 180 χρόνια πολιτικού βίου, ότι δεν μπορούμε να βασιζόμαστε πλέον στην καλή θέληση των ταγών μας. Μέτρα, όπως ο περιορισμός του αριθμού των βουλευτών, η αποζημίωση και η συνταξιοδότησή τους ανάλογα με τα προηγούμενα επαγγελματικά εισοδήματά τους (εφόσον η ανάγκη της αμοιβής προκύπτει) και με τις ώρες παρουσίας τους στη Βουλή, η κατάργηση των βουλευτικών επιτελείων, η αυστηρή εξέταση του «πόθεν έσχες» θα φανέρωναν πόσοι πραγματικά ενδιαφέρονται για τα κοινά και όχι για τα ίδια. Η εξίσωση βουλευτών και πολιτών έναντι του νόμου είναι επίσης απαραίτητη όπως και η οριστική διατύπωση του εκλογικού νόμου και του τακτού χρόνου διεξαγωγής των εκλογών. Όμως το βασικότερο είναι η εκ νέου κατοχύρωση της διάκρισης των τριών εξουσιών, που αποτελεί το πλαίσιο της ελληνικής τραγωδίας. Προφανώς σοβαροί και αδέκαστοι συνταγματολόγοι θα μπορούσαν να προσφέρουν πολλά και να οδηγήσουν ομαλά τη χώρα σε συνταγματική αναθεώρηση. Δεν μπορούν τα πάντα να αποτυπωθούν εδώ παρά μόνον ότι το αίτημα δεν είναι εξωραϊσμός αλλά ριζική ανακαίνιση.

Ειδικοί θα μπορούσαν επίσης να εισηγηθούν πολλά μέτρα για την αποκατάσταση των διοικητικών και οικονομικών μηχανισμών του Δημοσίου, που είναι το τέταρτο σοβαρό ζήτημα, ίσως το οξύτερo τη στιγμή αυτή. Αυτοί θα μπορούσαν να εισηγηθούν, για παράδειγμα, την πλήρη διαφάνεια των οικονομικών του Δημοσίου, ειδικά της Βουλής και της κυβέρνησης∙ ή πως σε καμία περίπτωση δεν πρέπει η διοίκηση των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών μας να ανατίθεται σε κομματικά στελέχη και αποτυχημένους πολιτευτές, αλλά σε πρόσωπα καταξιωμένα, με γνώση και εμπειρία της αγοράς πλέον της πολιτικής βούλησης. Στο ζήτημα αυτό εντάσσεται και το πρόβλημα της τρέχουσας οικονομικής πολιτικής. Λανθασμένα η εφεκτική στάση της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών εκλαμβάνεται ως πολιτική στήριξης προς την κυβερνητική πολιτική. Όλοι αντιλαμβανόμαστε την ανάγκη σωτηρίας τους ελληνικού σκάφους και αποφεύγουμε ενστικτωδώς τους κλυδωνισμούς. Αντιλαμβανόμαστε επίσης ότι δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές. Θα προτιμούσαμε, όμως, χειριστές φερέγγυους αντί για μαθητευόμενους μάγους. Οι υπεκφυγές απέναντι στην αλήθεια, πριν και μετά τις εκλογές, οι υποχωρήσεις στις πιέσεις φίλα προσκείμενων συντεχνιών, η βραδύτητα στη θέσπιση μέτρων, ειδικά όταν αφορούν τη ρήξη με μεγάλα συμφέροντα, όπως οι εταιρείες πετρελαιοειδών, μεταφορών καυσίμων, τροφίμων και προϊόντων ευρείας καταναλώσεως, είναι τεκμήρια ανικανότητας, της οποίας την πλήρη ανάπτυξη δεν έχουμε την πολυτέλεια να αναμένουμε για να καταλήξουμε σε συμπεράσματα. Η μετάθεση της οικονομικής ευθύνης από τη μια επαγγελματική και κοινωνική ομάδα στην άλλη, ως άλλοθι της ανικανότητας ή της απροθυμίας, υπονομεύει τη συνοχή του, ούτως ή άλλως, χαλαρού κοινωνικού ιστού. Οι τηλεοπτικές «ανθρωποθυσίες» δεν θα λύσουν το οικονομικό πρόβλημα της χώρας, όσο η εφαρμογή των νόμων είναι περιστασιακή και επιλεκτική.

Η ενδεχόμενη καλή διάθεση και μεταμέλεια των πολιτικών δεν είναι επαρκής εγγύηση τη στιγμή αυτή∙ δεν θα ήταν, ακόμη και αν δεν υπήρχαν σαφή στοιχεία ότι οι πολιτικές μας ηγεσίες εξακολουθούν να τοποθετούνται έναντι της κρίσεως κυρίως με κομματικά κριτήρια και επικοινωνιακά τρικ. Επόμενο είναι όχι μόνον να μην εμπνέουν στον λαό ομοψυχία, συστράτευση και αγωνιστικότητα, όπως απαιτούν οι σημερινές συνθήκες, αλλά να επιτείνουν τις φοβίες του για ένα άδηλο μέλλον. Προφανώς ο ελληνικός καπιταλισμός, όπου κυριαρχούν όσοι δεν σέβονται τους κανόνες, καταπατούν τη δημόσια περιουσία, κλέβουν το κοινό ταμείο ή βλέπουν ως «αναπτυξιακό μέτρο» οτιδήποτε παίρνει λεφτά από τους φορολογούμενους και τους κοινοτικούς πόρους, για να τα σκορπούν οι δημόσιοι οργανισμοί και να τα ενθυλακώνουν κάποιοι «επιχειρηματίες», αυτός ο καπιταλισμός έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του. Αλλά τι θα ακολουθήσει; Υπάρχουν διάφορες σχολές οικονομικής σκέψης, σενάρια και μέθοδοι. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να τα δοκιμάσουμε όλα για να βρούμε το καταλληλότερο ούτε να επιχειρούμε, εν μέσω υφέσεως και διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης, χωρίς καν την αισιοδοξία –πόσω μάλλον χωρίς τη βεβαιότητα-- της επιτυχίας.

Κοινό σημείο των παραπάνω προβλημάτων ή/και διακριτό πέμπτο πρόβλημα είναι η τραγική παρακμή των ηγετικών ομάδων. Το κοινοβούλιο στελεχώνεται κυρίως από κληρονομικώ δικαιώματι βουλευτές, ανεπάγγελτα κομματικά στελέχη, που διήνυσαν επιτυχώς την ελώδη απόσταση από την αφισοκόλληση μέχρι το βουλευτικό έδρανο, και από άσημες διασημότητες του τηλεοπτικού στίβου. Ο κομματισμός και η συναλλαγή με διάφορα συμφέροντα έχει επίσης διαβρώσει τον επιχειρηματικό κόσμο, το δικαστικό και το διπλωματικό σώμα, το πανεπιστήμιο, τους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων, το σώμα των αξιωματικών, όλους σχεδόν τους δημόσιους λειτουργούς. Δεν ξέρω πόσο ισχυρά ήταν τα αντισώματα των ομάδων αυτών –καταφανώς δεν ήταν—αλλά είναι γνωστός ο τρόπος της άλωσης. Εφαρμόστηκε και εφαρμόζεται με τέτοια συστηματικότητα, ώστε αρκετοί να ισχυρίζονται πως ήταν προσχεδιασμένο και διατεταγμένο έργο. Ως μέσα χρησιμοποιήθηκαν η πλήρης και ίσως ανεπανόρθωτη διάλυση της παιδείας, η αναγωγή της μετριότητας σε αρετή, της ισοπέδωσης σε πολιτικά ορθή πρακτική, η δίωξη της αξιοκρατίας σε κάθε επίπεδο και η υπονόμευση, ως γραφικών, όλων των παραδοσιακών –συντηρητικών, αν θέλετε—αντιστάσεων. Στη θέση τους αναδείχθηκε μια ελίτ ευπαρουσίαστων και επικοινωνιακών τηλεπαρουσιαστών και διασκεδαστών, που εξελίχθηκαν σε πραγματικούς Ηρακλείς της πολιτικής διαπλοκής και του λαϊκισμού. Μαζί τους και οι νέοι διανοούμενοι, οι εκλεκτοί των εκδοτικών συγκροτημάτων. Θα μπορούσε να γραφτεί ολόκληρο βιβλίο για το ζήτημα αυτό, αρκεί όμως να επιμείνει κανείς ότι πρόσφατα, στο πλαίσιο των οικονομικών μέτρων, οι ομάδες ακριβώς αυτές των δημοσίων λειτουργών ονομάστηκαν «ρετιρέ», τα οποία ο πολιτικός χώρος επέλεξε να κατεδαφίσει πρώτα-πρώτα ως αυθαίρετα, προκειμένου να συνεχίζει να συντηρεί πλουσιοπάροχα τη δική του πολυέξοδη «παράγκα».

Ως υπέρτατη, λοιπόν, νομιμοποιητική και παντοδύναμη αρχή, υπεράνω των εξουσιών του κράτους, χωρίς αντιπάλους και έλεγχο, αναδείχθηκε ο κομματισμός υπό την ηγεσία ενός αρχηγού. Ο κομματισμός, με την ευφημιστική ταμπέλα «πολιτικοποίηση», έγινε η λυδία λίθος της επιτυχίας μιας ολόκληρης κοινωνίας. Χωρίς αμφιβολία η εξέλιξη αυτή ενσωμάτωσε όλη τη μακραίωνη πείρα των πελατειακών πρακτικών από την οποία και ευνοήθηκε. Όμως το κόμμα, υποκαθιστώντας το κράτος στο διανεμητικό του ρόλο και χρησιμοποιώντας την κομματική αφοσίωση ως αποκλειστικό μέτρο ικανοποίησης των αιτημάτων, εκμηδένισε τη σημασία του κράτους και απαξίωσε τους λειτουργούς του.

Πού να πατήσει κανείς σταθερά για να προχωρήσει παραπέρα; Από πού να πιαστεί, ώστε να μην λερωθεί; Με ποιους να συμμαχήσει, ώστε να μην τον εξαπατήσουν; Πώς να κρατήσει την οργή του, όταν βλέπει βαθύπλουτους σχολιαστές και βουλευτές, διαπλεκόμενους με παμφάγες κατασκευαστικές εταιρείες και καταχρεωμένες ποδοσφαιρικές ομάδες, να συζητούν για τις δικές του ευθύνες, του λαού δηλαδή ως ηθικού αυτουργού, και όχι για τις δικές τους ως εκτελεστών; Πώς να εμπιστευτεί την εφαρμογή μέτρων σε ανθρώπους αμετροεπείς ή σε όσους δηλώνουν ξεδιάντροπα πως δεν τους δεσμεύει το σύνταγμα; Πώς να φωνάξεις ότι η ψήφος εμπιστοσύνης (ή για άλλους απελπισίας) του περασμένου Οκτωβρίου, μετά από όσα συνέβησαν, δεν μπορεί πλέον να εκλαμβάνεται ούτε καν ως ψήφος ανοχής; Πώς να βροντοφωνάξεις στα ΜΜΕ ότι ξέρεις πως «το παιχνίδι είναι στημένο»; Η έλλειψη ελπίδας είναι ίσως το πιο δυσβάστακτο πρόβλημα. Οι πολιτικοί μας πτωχεύσαν οραμάτων και ελπίδας. Όπως έγραψε πρόσφατα κάποιος οξυδερκής παρατηρητής «δεν έχουν τις κεραίες και την ευαισθησία να νιώσουν στην ψυχή τους πόσο αφόρητο είναι για τον Έλληνα να ντρέπεται για την πατρίδα του, πόσο βασανιστικά λαχταράει συλλογική αξιοπρέπεια, τεκμηριωμένη περηφάνια».

Πρέπει να φτάσει σύντομα η στιγμή που θα μετατραπεί η οργή σε σύνεση και η θλίψη θα δώσει τη θέση της στην ελπίδα. Προφανώς δεν πρέπει να περιμένει κανείς μια αυτόματη εθνική συσπείρωση προς την κατεύθυνση αυτή. Σοβαροί και υπεύθυνοι άνθρωποι από κάθε κοινωνικό χώρο, ανησυχούν βαθύτατα βλέποντας την αδυναμία μας να πειστούμε να αλλάξουμε ρότα. Ένα σύστημα που καταρρέει και αποσυντίθεται ανθίσταται λυσσαλέα, προκειμένου να διατηρήσει τα κεκτημένα του, συνεχίζοντας να μεταδίδει τη σαπίλα του στα λιγοστά υγιή κύτταρα που απέμειναν. Ποικίλα δημοσιεύματα προσπαθούν να εξουδετερώσουν το ενδεχόμενο, συγχέοντας σκόπιμα και για ιδιοτελείς σκοπούς την ανάγκη «νέας μεταπολίτευσης», όπως συμβολικά αποκλήθηκε, με την απειλή μεταβολής του δημοκρατικού πολιτεύματος ή με την καταστροφή των αστών. Ισχυρίζονται πως «οι λύσεις στα προβλήματα της πολιτείας και της κοινωνίας έρχονταν, έρχονται και θα έρχονται πάντα από την πολιτική και κατ’ επέκταση από το πολιτικό σύστημα. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να έρχονται από αλλού». Υπονοώντας πως άλλοι σωτήρες, πλην των ιδίων, είναι ύποπτοι και ενδεχομένως χειρότεροι. Προφανώς ο απελπισμένος λαός μπορεί να ακολουθήσει και τυχοδιώκτες. Έχει γίνει πολλές φορές. Υπάρχουν όμως τυχοδιώκτες χειρότεροι από τους πολιτικούς στους οποίους εμπιστεύτηκε τη διακυβέρνησή του; Εφόσον το πολιτικό αισθητήριο των Ελλήνων έχει διαπιστωμένα αμβλυνθεί, εύλογα τίθεται το ερώτημα πάνω σε ποια ιδεολογική βάση και υπό την ηγεσία ποιών θα κινηθεί η χώρα.

Έχει επισημανθεί, με αρκετή δόση αισιοδοξίας, από έναν αναλυτή ότι, «παρά το φαινομενικό ρήγμα στο κοινωνικό σώμα, πρώτη φορά μετά το 1974, διαμορφώνονται βαθύτερες συναινέσεις για μεγάλες αλλαγές: μικρό, αδιάφθορο και αποτελεσματικό κράτος, προστασία της ελευθερίας και ασφάλειας των πολιτών, κοινωνία ίσων ευκαιριών, απεμπλοκή των κομμάτων από την οικονομία και τη διοίκηση. Διαμορφώνονται επιπλέον και συναινέσεις για αξίες που έμοιαζαν για πάντα χαμένες: εργατικότητα, αξιοπρέπεια, αξιοκρατία και αντι-νεοπλουτισμός». Ίσως είναι έτσι. Φοβούμαι, όμως, πως τέτοιου είδους νοοτροπία δεν θα ριζώσει εύκολα και βαθιά στον τόπο μας, εκτός κι αν παρουσιαστεί εγκαίρως ως νέο όραμα, νέα μεγάλη ιδέα, πρόκληση δικαίωσης για τους δαιμόνιους Έλληνες, ζήτημα εθνικής τιμής, πάντως όχι ως υποχρέωσή τους προς το κράτος ή την κυβέρνηση. Σε κάθε περίπτωση η όξυνση της κρίσης, κυρίως η εκρηκτική ανεργία και το ασφαλιστικό, θα μπορούσε να τινάξει όλες αυτές τις προοπτικές στον αέρα. Αρκεί να μελετήσει κανείς την περίοδο της Κατοχής, για να διαπιστώσει πως αλληλοσπαράσσεται μια κοινωνία, της οποία τα μέλη δεν συνέχονται παρά μόνον από μικρά και ιδιοτελή συμφέροντα.

Για έναν Ακαδημαϊκό, η ύστατη ελπίδα είναι «η εκδήλωση μιας αξιόπιστης αντίδρασης, μέσω της σκέψης και της βούλησης μιας ηγετικής πολιτικής ομάδας ή ενός πολιτικού ηγέτη ικανού να εκφράσει τις ενδιάθετες τάσεις ενός ευρύτερου κοινωνικού σώματος, που συνειδητοποιεί το αδιέξοδο». Θα ήταν όντως λύση, αν ήμασταν σίγουροι για τις «ενδιάθετες τάσεις», αλλά δεν ξέρω πόσο εύκολα και που θα βρούμε έναν Ελευθέριο Βενιζέλο. Μήπως στη διασπορά; Γνωστός δημοσιογράφος καλεί όποιον επιχειρηματία θέλει και «έχει τα κότσια» να μπει στην πολιτική, δοκιμάζοντας την τύχη του στις ερχόμενες δημοτικές εκλογές. Πολλοί επιχαίρουν για τη διεθνή επιτήρηση, ως τη μόνη πρέπουσα λύση για μια ανώριμη χώρα. Επιφανείς Έλληνες ζητούν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, με τις αρμοδιότητες που του απομένουν, να παροτρύνει τη συγκρότηση μιας κυβέρνησης προσωπικοτήτων, χωρίς δείγμα πολιτικών, που θα μας οδηγήσει σε πραγματική μεταπολίτευση, μέσω «Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης». Αν εννοούν μέσω Αναθεωρητικής Βουλής, ίσως έχουν περισσότερο δίκαιο από όλους. Σίγουρα η οποιαδήποτε λύση θα πρέπει, να προϋπολογίσει και να συνεκτιμήσει τη συνταγματική τάξη αλλά, δυστυχώς, και την αντίδραση των δανειστών μας. Συνεπώς, μολονότι αντιφάσκει με την ανάλυση που προηγήθηκε και παρά την αντίθετη άποψη πλήθους οργισμένων Ελλήνων, για λόγους αναγκαιότητας, η συμμετοχή όσων υπεύθυνων πολιτικών δυνάμεων μπορούν να εντοπιστούν, θα ήταν επιβεβλημένη, υπό τον ίδιο μάλιστα πρωθυπουργό. Η κυβέρνηση δεν πρέπει να καταρρεύσει, γιατί αναπόφευκτα θα ακολουθήσει η χρεοκοπία. Πρέπει να εξασφαλιστεί η κυβερνητική συνέχεια αλλά και η παραγωγή νέας πολιτικής ιδεολογίας, έως τις επόμενες εκλογές.

Είναι δύσκολο να περιγράψουμε την ιδεολογία αυτή προκαταβολικά, γιατί λέξεις όπως «φιλελευθερισμός» και «σοσιαλισμός» δυστυχώς ακούγονται πλέον στη χώρα μας ως κακόγουστα ανέκδοτα. Είναι πάντως επιβεβλημένο, αφού ανακτηθεί στοιχειωδώς η εμπιστοσύνη των πολιτών και αποκατασταθεί η κοινωνική ειρήνη με έναν ριζικό ανασχηματισμό, να προχωρήσει ένα μεταρρυθμιστικό έργο, το οποίο θα επιτρέψει, με την καταλυτική βοήθεια της επιτήρησης, να επαναπροσδιοριστεί ο τρόπος αποπληρωμής των δανεικών και η μέθοδος της ανάκαμψης, πριν ολοκληρωθεί η συντριβή της αστικής τάξης. Έτσι θα δοθεί ο χρόνος και ο χώρος για μια αναδιάταξη των πολιτικών δυνάμεων, που σαφώς δεν μπορούν να περιγραφούν από τους υπάρχοντες κομματικούς σχηματισμούς και ενδεχομένως την ανάδειξη νέων ηγεσιών. Αν όντως η ελληνική κοινωνία διαθέτει ακόμα εφεδρείες ποιότητας «αμόλευτες από την κομματική σιχαμάρα», τότε αυτές πρέπει να ενεργοποιηθούν έγκαιρα. Αν δεν αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στους θεσμούς και στο πολιτικό σύστημα, δεν υπάρχει ελπίδα: η κατάρρευση θα είναι αναπότρεπτη. Η σωτηρία της χώρας δεν μπορεί να έλθει από ακραία και εξωθεσμικά ξεσπάσματα λαϊκής αγανάκτησης, τα οποία, λόγω αδυναμίας εφαρμογής των νόμων, συμβαίνουν όλο και συχνότερα, επιβεβαιώνοντας πως η καθημερινή οργή και απελπισία που εκδηλώνουν οι πολίτες στους ραδιοφωνικούς σταθμούς και στις ηλεκτρονικές σελίδες είναι μεγάλη και γνήσια.

Οι υπόλοιποι, προς το παρόν, πρέπει να σταματήσουμε να παραπονιόμαστε για το αδιέξοδο σύστημα, αλλά να πάρουμε θέση ενεργά και υπεύθυνα ως πολίτες, έστω περιστασιακοί, για όσα συμβαίνουν στη δημόσια ζωή του τόπου. Η ευθύνη μας προς τις ερχόμενες γενιές είναι τεράστια. Δεν μπορούμε να αναμένουμε μοιρολατρικά την επαλήθευση των πιο θλιβερών σεναρίων. Οι αντιπρόσωποί μας δεν μας αντιπροσωπεύουν. Το ξέρουμε και το ξέρουν. Ας κινητοποιηθούμε εμείς, εγγράφως καταρχάς, διότι, αν πιστέψουμε πως έχουμε εναλλακτικές λύσεις, η ανάρρωση θα είναι ευκολότερη και η θεραπεία λιγότερο επώδυνη. Αξιώνουμε ως πολίτες από την εκτελεστική εξουσία και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας άμεσες κινήσεις, στο πλαίσιο που αναλύθηκε παραπάνω, πριν διαρραγεί εντελώς η κοινωνική συνοχή της Ελλάδας. Αυτή είναι η δική τους ευθύνη.

Με το κείμενο αυτό συμφωνούν οι

Βασίλης Κ. Γούναρης, Καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ

Ιωάννης Δ. Στεφανίδης, Καθηγητής Σχολής ΝΟΠΕ ΑΠΘ

Ιωάννης Ξυδόπουλος, Επ. Καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ

Αντώνης Πατρινός, Μηχανολόγος Μηχανικός

Θεόδωρος Καζαντζίδης, Δικηγόρος

Παναγιώτης Γκλαβίνης, Αν. Καθηγητής Σχολής ΝΟΠΕ

Γιάννα Γούναρη, Φιλόλογος

Σοφία Αλεξανδρίδου, Φιλόλογος

Ελένη Γιαννατσούλια, Φιλόλογος

Σταυρούλα Μαυρογένη, Βαλκανιολόγος

Μίλτος Γουδούσης, Κτηνίατρος